ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΈΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΞΗΣ, ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΝΝΟΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ:...
Επίταξη πραγμάτων είναι η προσωρινή στέρηση της χρήσεως και καρπώσεως ιδιοκτησίας με μονομερή πράξη του Κράτους, προς το σκοπό να ικανοποιηθεί έκτακτη και άμεση δημόσια ανάγκη.
Επίταξη εργασίας είναι η κρατική πράξη με την οποία επιβάλλεται η παροχή προσωπικών υπηρεσιών προκειμένου να αντιμετωπιστούν προσωρινά στρατιωτικές ανάγκες ή κοινωνικές ανάγκες που αφορούν τη δημόσια υγεία ή προέρχονται από θεομηνία.
Απλός περιορισμός είναι κάθε επιτρεπόμενη από το δίκαιο και με ενέργεια κρατικού οργάνου ή ιδιώτη προκαλούμενη συρρίκνωση του γενικού περιεχομένου του δικαιώματος κατά την εφαρμογή του στο πλαίσιο ειδικής σχέσεως.
Επιστράτευση καλούμε την έκτακτη και διευρυμένη κινητοποίηση των δυνάμεων της χώρας.
Θεομηνία καλούμε τις καταστροφές που προέρχονται από φυσικές δυνάμεις οι οποίες δε μπορούν να ελεγχθούν από την ανθρώπινη βούληση.
ΕΠΙΤΑΞΗ ΚΑΙ ΑΠΕΡΓΙΑ
Η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώνεται στο άρθρο 23Σ, ενώ στη δεύτερη παράγραφο προβλέπεται και το δικαίωμα στην απεργία που διενεργείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Το βασικό θέμα, είναι το κατά πόσο επιτρέπεται η χρήση του μέτρου της επίταξης των προσωπικών υπηρεσιών προκειμένου να αντιμετωπιστεί μια απεργιακή κινητοποίηση. Εκ των προτέρων επισημαίνουμε, ότι η Διοίκηση έχει ακολουθήσει την εν λόγω τακτική στην πράξη για την καταστολή απεργιών.
Αρχικά, οφείλουμε να τονίσουμε ότι από τελολογική σκοπιά, κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Ο συντακτικός νομοθέτης είχε συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο προέβλεψε το θεσμό της επίταξης. Σε γενικές γραμμές, είναι μία προσωρινή λύση για μία έκτακτη ανάγκη που προκύπτει, είτε κοινωνική είτε στρατιωτική. Το Σύνταγμα παρέχει μια λύση με παροδικό χαρακτήρα λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της ανάγκης.
Η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών δε συνδέεται με τον έλεγχο κάποιας απεργίας. Αδιάφορο μας είναι αν πρόκειται για νόμιμη ή παράνομη απεργία ή αν αυτή, αν και νόμιμη, καταλήγει καταχρηστική.
Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να επιβληθεί νόμιμη επίταξη είναι απόλυτα και περιοριστικά προσδιορισμένοι στο άρθρο 22παρ.4 του Σ.
Έτσι, μένει να εξετάσουμε αν η απεργία μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από αυτές τις περιπτώσεις. Σίγουρα, δε μπορεί να αποτελέσει πόλεμο, επιστράτευση ούτε θεομηνία. Εκ των πραγμάτων μένουν μόνο τα ενδεχόμενα της ανάγκης που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και της αντιμετώπισης αμυντικών αναγκών της χώρας. Κάποιος θα μπορούσε να βρει παραδείγματα τέτοιων κινητοποιήσεων, όπως για παράδειγμα αν απεργήσουν οι γιατροί ή οι υπάλληλοι της καθαριότητας, κάτι που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.
Εντούτοις, η επίταξη υπόκειται στον έλεγχο της αρχής της αναλογικότητας βάσει του άρθρου 25παρ.1 εδδ΄ Σ, όπως και κάθε άλλος περιορισμός. Επομένως, ακόμα κι αν συντρέχουν οι συνταγματικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις επιβολής επίταξης, αυτή θα πρέπει να αποτελέσει το έσχατο μέσο, εφόσον δεν υπάρχει άλλο εξίσου αποτελεσματικό, μα και λιγότερο επαχθές. Ερώτημα προκύπτει για τη συνταγματικότητα της επιβολής επίταξης προσωπικών υπηρεσιών απεργών, αν λ.χ. μπορούν να καλύψουν τις ελάχιστες απαιτήσεις του επαρκούς προσωπικού όσοι δεν απεργούν ή υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού προσωπικού ασφαλείας. Το βασικό πρόβλημα που δημιουργείται είναι ακριβώς το ότι ο θεσμός της επίταξης δεν προβλέφθηκε από το συνταγματικό νομοθέτη ως ένας κατασταλτικό μέτρο απεργίας.
Από την άλλη πλευρά, η Διοίκηση φαίνεται να χρησιμοποιεί την ευχέρεια που της δίνεται και προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν περιπτώσεις που προκειμένου να ελέγξει κάποια απεργία, χρησιμοποιεί το μέτρο της επίταξης. Μια τέτοια ενέργεια ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί να θέση το Κράτος και ενώπιον των διεθνών του ευθυνών. Η Ελλάδα δεσμεύεται από διεθνείς συμβάσεις για την εργασία, που προστατεύουν το δικαίωμα στην απεργία και έχουν υπερνομοθετική ισχύ. Παραδείγματα από τη νομολογία αναφέρουμε ειδικότερα στην επόμενη παράγραφο.
Τέλος, καλό θα ήταν να αναφέρουμε ότι αν και αυτή καθαυτή η απεργία δε μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή του άρθρου 22παρ.4εδβ΄Σ, ωστόσο τα αποτελέσματά της μπορεί να δημιουργούν έκτακτους κινδύνους που να συγκαταλέγονται μεταξύ των λόγων επίταξης. Σε αυτήν την περίπτωση, που τα αποτελέσματα της απεργίας δημιουργούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή την άμυνα της χώρας, ορισμένοι δέχονται ως επιτρεπόμενο το μέτρο της επίταξης.
Ανάλογη θέση θα δούμε ότι παίρνει και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε καμία όμως περίπτωση η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών που επιβάλλει περιορισμό στο θεμελιώδες δικαίωμα στην εργασία δε θα πρέπει να εξυπηρετεί μοναχά πολιτικές σκοπιμότητες της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας.
2.8 ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά την επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών παρουσιάζει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
ΣτΕ (Τμ.Δ΄ )2960/1983: Επίταξη των ιδιοκτητών βυτιοφόρων
Στην υπόθεση αυτή είχαν κατέλθει σε απεργία οδηγοί-ιδιοκτήτες βυτιοφόρων. Η Διοίκηση κήρυξε ταυτόχρονη επίταξη της χρήσης των βυτιοφόρων αυτοκινήτων υγρών καυσίμων δημοσίας χρήσεως και πολιτική επιστράτευση των οδηγών-απεργών.
Το πρώτο επιχείρημα από των πλευρά των ιδιοκτητών των βυτιοφόρων ήταν ότι κατά την έννοια της επιτάξεως (του τότε πριν την αναθεώρηση άρθρου 22παρ.3 Σ) ήταν δυνατή μόνο για τις υπηρεσίες μόνο μισθωτών, όχι επαγγελματιών.
Το ΣτΕ απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα και κατά πλειοψηφία δέχθηκε ότι εννοείται κάθε ικανό προς εργασία φυσικό πρόσωπο, δηλαδή οποιοσδήποτε επαγγελματίας, ακόμα και έμπορος. Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο εδάφιο της ίδιας συνταγματικής διάταξης σχετικά με την προσφορά της προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου εννοείται κάθε δημότης ικανός προς εργασία κι όχι μόνο μισθωτοί.
Εν συνεχεία, το δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του συντάγματος για την κύρηξη της επίταξης. Συγκεκριμένα, υπήγαγε την υπόθεση στην περίπτωση της επείγουσας κοινωνικής ανάγκης λόγω θεομηνίας. Την υπαγωγή αυτή, την δικαιολόγησε το δικαστήριο λόγω της παρατεταμένης απεργίας των οδηγών των βυτιοφόρων που συνδυάστηκε με ένα μεγάλο κύμα κακοκαιρίας εκείνη την περίοδο. Κατά συνέπεια, δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα σε σχολεία, νοσοκομεία και πολυκατοικίες λόγω ελλείψεως καυσίμων. Τέλος, η πλευρά των ιδιοκτητών προέβαλε και το επιχείρημα της έκλειψης των συνθηκών, ενώ η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη εξακολουθούσε να ισχύει.
Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν επηρέαζε αυτό το αντικείμενο της δίκης. Ορθό είναι να δεχθούμε ότι η επίταξη θα έπρεπε να αρθεί με την παύση της κακοκαιρίας, όταν δηλαδή έπαυσε ο λόγος επιβολής της.
ΣτΕ(Ολομ.) 2290-91/87: Χειριστές και Ιπτάμενοι Μηχανικοί της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Έπειτα, την υπόθεσε κλήθηκε να εξετάσει το Δ’ Τμήμα του ΣτΕ, το οποίο εξέδωσε παραπεμπτικές αποφάσεις προς την Ολομέλεια.
Τελικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ως συνταγματική την επιβολή της επίταξης, ενώ σχεδόν σύσσωμη η θεωρία εκδήλωσε την έντονη διαφωνία της. Στην αντίθετη άποψη της θεωρίας προσεγγίζει και η δική μας, δεδομένου ότι δε μπορούμε να υπαγάγουμε σαφώς την εν λόγω περίπτωση σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 22παρ.4εδβ΄Σ.
Η επίδικη επίταξη κρίθηκε από τη θεωρία και αντίθετη με το διεθνές δίκαιο που δεσμεύει τη χώρα μας και συγκεκριμένα τις διεθνείς συμβάσεις 29/1920 και 105/1957.
Πέρα από τις δύο αυτές κρισιμότατες αποφάσεις του ΣτΕ, έχουμε και την ΣτΕ(Ολομ.) 957/1978 που αφορούσε επίταξη των μεταφορικών μέσων του ΕΚΤΕΛ.
Εν κατακλείδι, θεωρούμε δικαιολογημένη την επισήμανση ότι τα δικαστήρια, παρά την αντίδραση ενός μεγάλου μέρους της θεωρίας, προβαίνουν ενίοτε σε διασταλτική ερμηνεία των προϋποθέσεων του συντάγματος για την επίταξη, θέτοντας ως βασικό στόχο το δημόσιο συμφέρον, παρά την αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 22παρ.4 Σ.
Συνοψίζοντας, ο θεσμός της επίταξης είναι ένας θεσμός που συρρικνώνει, νόμιμα όταν τηρούνται οι συνταγματικές προϋποθέσεις του, το γενικό περιεχόμενο δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του πρέπει να είναι εξαιρετική, συνετή και σύμφωνα πάντα με τις γενικές αρχές που διέπουν τη συνταγματική τάξη. Επομένως, ακόμα κι αν εν πρώτοις τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, η επιβολή του δεν επιτρέπεται να είναι καταχρηστική ούτε αντίθετη με τις τρεις εκφάνσεις της αναλογικότητας.
Αφενός, το Σύνταγμα προβλέπει την επίταξη πραγμάτων (άρθρο 18παρ.3 Σ), που αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Σημαντικός είναι ο διαχωρισμός από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, αφού η Διοίκηση συχνά «βαπτίζει» μια, ουσία απαλλοτρίωση, επίταξη για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Η μεν επίταξη έχει παροδικό χαρακτήρα, η δε απαλλοτρίωση έχει οριστικό χαρακτήρα. Προσεκτική πρέπει να είναι και η ερμηνεία των προϋποθέσεων, κυρίως των αξιολογικών εννοιών, ώστε να μην οδηγηθούμε σε αυθαίρετα ευρεία χρήση του εξαιρετικού αυτού μέτρου.
Αφετέρου, συνταγματική πρόβλεψη έχουμε και για την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών (άρθρο 22παρ.4 εδβ΄ Σ) ως εξαίρεση από το δικαίωμα εργασίας, και ειδικότερα από την απαγόρευση αναγκαστικής εργασίας. Κρίσιμο στοιχείο είναι οι αυστηρά προσδιορισμένες προϋποθέσεις, που δεν εξαντλούνται επουδενή σε αφηρημένη αναφορά του «εθνικού συμφέροντος». Αντίθετη συμπεριφορά της Διοίκησης θα πρέπει να κρίνεται συνταγματικά ανεπίτρεπτη. Κυρίως όσον αφορά στο δικαίωμα απεργίας, έχουν παρατηρηθεί τάσεις της εκτελεστικής εξουσίας να χρησιμοποιεί την επίταξη ως μέσο καταστολής απεργιακών κινητοποιήσεων, κάτι που πρέπει να τίθεται κάτω από αυστηρότατο συνταγματικό έλεγχο, προκειμένου να σεβαστούμε το σκοπό του συνταγματικού νομοθέτη.
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ποτέ το γεγονός ότι η ερμηνεία κάθε συνταγματικής διάταξης, πρέπει να αποδίδει το ευρύτερο δυνατό περιεχόμενο στο δικαίωμα, άρα οι περιορισμοί ερμηνεύονται στενά και εν αμφιβολία δεν εφαρμόζονται.
Στην υπόθεση αυτή, κηρύχθηκε επίταξη προσωπικών υπηρεσιών για τους χειριστές και μηχανικούς της Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΟΑ), με την απλή εξαγγελία από την πλευρά των σωματείων απεργίας. Παρά την επίταξη, ορισμένα πληρώματα αεροσκαφών αρνήθηκαν να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους αλλά προχώρησαν στην προαναγγελθείσα απεργία. Η ΟΑ, για τη ζημία που υπέστη, ζήτησε συντηρητική κατάσχεση των περιουσιών των απεργών.
Η υπόθεση, καταρχήν, πήγε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την απόφαση 11333/86, με την οποία προφανώς παρέκαμπτε τις συνταγματικές προϋποθέσεις. Έκρινε συνταγματική την επίταξη απλά και μόνο επειδή εξυπηρετούσε το «εθνικό συμφέρον» για την «γενική οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας». Δυστυχώς, παρατηρούμε πως το δικαστήριο δεν ανέφερε καμία από τις περιπτώσεις που δεσμευτικά απαριθμεί ο νομοθέτης, αλλά αρκέστηκε σε μια τελείως γενικόλογη διατύπωση προδήλου αντισυνταγματικότητας.
Στο ισχύον Σύνταγμα αναφέρονται τόσο η επίταξη πραγμάτων ως περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας (άρθρο 18παρ.3 Σ) όσο και η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών ως περιορισμός του δικαιώματος εργασίας..(άρθρο 22παρ.4 εδβ΄ Σ)
Η μεν πρώτη, εφαρμόζεται έκτακτα και προσωρινά, εφόσον υπάρχει ειδικότερος νόμος και για ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης, ή για θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία.
Η δε δεύτερη, προϋποθέτει επίσης ειδικό νόμο και ταυτόχρονα περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.
